Νέος τρόπος πληρωμής ενοικίων από την 1η Ιουλίου 2026 – Τι αλλάζει και ποια πρακτικά ζητήματα ανακύπτουν
Συγκεκριμένα, με την εισαγωγή του νέου άρθρου 48Α, η καταβολή ενοικίου που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία εντός της Δημοκρατίας επιτρέπεται πλέον αποκλειστικά μέσω:
- τραπεζικού εμβάσματος,
- πληρωμής με χρεωστική ή πιστωτική κάρτα, ή
- οποιουδήποτε άλλου αναγνωρισμένου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής.
Παράλληλα, ο δικαιούχος του ενοικίου δεν επιτρέπεται να αποδέχεται πληρωμή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
Η νέα ρύθμιση ουσιαστικά καταργεί την πληρωμή ενοικίων σε μετρητά. Σκοπός του νομοθέτη είναι η ενίσχυση της διαφάνειας στις συναλλαγές, η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και η δημιουργία εύκολα ελέγξιμου ιστορικού πληρωμών.
Για τους ιδιοκτήτες ακινήτων αυτό σημαίνει ότι τα ενοίκια θα πρέπει να καταβάλλονται μέσω τραπεζικών ή άλλων αναγνωρισμένων ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής, ενώ οι ενοικιαστές θα πρέπει να διατηρούν τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία των πληρωμών τους.
Πρακτικά ζητήματα που ενδέχεται να προκύψουν
Παρότι ο στόχος της ρύθμισης είναι κατανοητός και θεμιτός, η διατύπωση της διάταξης δημιουργεί ορισμένα πρακτικά ερωτήματα.
Πρώτον, δεν φαίνεται να προβλέπεται οποιαδήποτε εξαίρεση για περιπτώσεις όπου η πληρωμή του πρώτου ενοικίου ή της εγγύησης πραγματοποιείται κατά την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης. Στην πράξη, δεν είναι ασυνήθιστο η υπογραφή της συμφωνίας, η παράδοση των κλειδιών και η πληρωμή να πραγματοποιούνται ταυτόχρονα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αποκλειστική απαίτηση για ηλεκτρονική πληρωμή ενδέχεται να δημιουργήσει δυσχέρειες ή καθυστερήσεις.
Δεύτερον, η νομοθεσία δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη περιπτώσεις προσώπων που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε τραπεζικές ή ηλεκτρονικές υπηρεσίες. Ηλικιωμένοι, νεοαφιχθέντες αλλοδαποί που δεν έχουν ακόμη ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό, καθώς και άλλες ευάλωτες ομάδες, ενδέχεται να αντιμετωπίσουν πρακτικές δυσκολίες στη συμμόρφωσή τους με τις νέες απαιτήσεις.
Επιπλέον, δεν φαίνεται να επιτρέπεται η πληρωμή μέσω κατάθεσης μετρητών στον τραπεζικό λογαριασμό του ιδιοκτήτη. Πρόκειται για μέθοδο που, παρά τη χρήση μετρητών από τον πληρωτή, δημιουργεί πλήρες τραπεζικό ίχνος και παρέχει σαφή απόδειξη της συναλλαγής. Θα μπορούσε επομένως να υποστηριχθεί ότι εξυπηρετεί σε μεγάλο βαθμό τον σκοπό της διαφάνειας που επιδιώκει η νομοθεσία.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η διάταξη δεν περιορίζεται μόνο στην υποχρέωση του ενοικιαστή να καταβάλλει το ενοίκιο με συγκεκριμένο τρόπο, αλλά επιβάλλει παράλληλα και υποχρέωση στον δικαιούχο του ενοικίου να μην αποδέχεται πληρωμές που πραγματοποιούνται διαφορετικά. Στην πράξη, μένει να φανεί πώς θα αντιμετωπιστούν περιπτώσεις όπου ο ενοικιαστής επιχειρεί να πληρώσει κατά τρόπο μη προβλεπόμενο από τη νομοθεσία.
Τέλος, η διάταξη εφαρμόζεται οριζόντια σε όλες τις ενοικιάσεις, ανεξαρτήτως ύψους ενοικίου. Δεν φαίνεται να γίνεται οποιαδήποτε διαφοροποίηση ανάλογα με το ποσό ή τη φύση της ενοικίασης, στοιχείο που ενδεχομένως να αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω προβληματισμού κατά την εφαρμογή της.
Συμπέρασμα
Η νέα νομοθεσία αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς την ενίσχυση της διαφάνειας στις συναλλαγές που αφορούν ακίνητα και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Ωστόσο, η απουσία συγκεκριμένων εξαιρέσεων ή μεταβατικών ρυθμίσεων για πρακτικές περιπτώσεις που συναντώνται συχνά στην αγορά ενδέχεται να δημιουργήσει δυσκολίες τόσο για ιδιοκτήτες όσο και για ενοικιαστές.
Ιδιαίτερα ζητήματα όπως η πληρωμή κατά την υπογραφή της μίσθωσης, η αντιμετώπιση ηλικιωμένων, αλλοδαπών και άλλων ευάλωτων ομάδων, η μη πρόβλεψη για καταθέσεις μετρητών σε τραπεζικούς λογαριασμούς και η έλλειψη ειδικών εξαιρέσεων για ορισμένες περιπτώσεις είναι θέματα που πιθανόν να απασχολήσουν την αγορά κατά τους πρώτους μήνες εφαρμογής της νέας ρύθμισης.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου