Σε πρόσφατη απόφαση επί αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέτασε διαφορά που ανέκυψε μετά από μεταβολή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ακινήτου. Η αιτούσα ήταν εταιρεία η οποία, κατόπιν μεταβίβασης πιστωτικών διευκολύνσεων και ολοκλήρωσης των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία διαδικασιών, κατέστη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Οι καθ’ ων η αίτηση ήταν οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες, οι οποίοι συνέχισαν να κατέχουν και να χρησιμοποιούν το ακίνητο, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της εγγραφής υπέρ της αιτούσας και αρνούμενοι να παραδώσουν κατοχή, παρά τις σχετικές εξώδικες κλήσεις.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η αιτούσα καταχώρισε αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την οποία αξίωνε, μεταξύ άλλων, την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής και την άρση της παράνομης επέμβασης. Στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής, η αιτούσα προχώρησε στην καταχώριση αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, δυνάμει του Μέρους 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, ζητώντας την άμεση επίλυση των ζητημάτων που αφορούσαν την κατοχή του ακινήτου, χωρίς παραπομπή τους σε κανονική δίκη.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το καθεστώς της συνοπτικής απόφασης επιτρέπει την οριστική επίλυση μιας απαίτησης ή συγκεκριμένων ζητημάτων χωρίς πλήρη δίκη, εφόσον κριθεί ότι ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και ότι δεν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να οδηγηθεί σε κανονική εκδίκαση. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο αποδεικτικό βάρος που φέρει ο αιτητής, ο οποίος οφείλει να καταδείξει, στη βάση της μαρτυρίας και των τεκμηρίων που προσκομίζει, ότι εύλογα μπορεί να θεωρηθεί πως δεν υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας της υπεράσπισης.
Εφόσον το βάρος αυτό αποσείεται, μετατίθεται στον καθ’ ου η υποχρέωση να καταδείξει, με συγκεκριμένα στοιχεία, ότι υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας ή ζήτημα που χρήζει διερεύνησης σε δίκη. Το Δικαστήριο τόνισε ότι η διαδικασία συνοπτικής απόφασης δεν συνεπάγεται διεξαγωγή «μικρής δίκης», ούτε όμως επιβάλλει την άκριτη αποδοχή των ισχυρισμών των διαδίκων.
Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές στα ενώπιόν του δεδομένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτούσα είχε συμμορφωθεί πλήρως με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις των Κανονισμών και ότι από το σύνολο της μαρτυρίας της προέκυπτε σαφώς η πεποίθηση πως οι καθ’ ων δεν είχαν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης.
Καθοριστικής σημασίας υπήρξε η κρίση του Δικαστηρίου επί των ισχυρισμών των καθ’ ων ότι η εγγραφή του ακινήτου υπέρ της αιτούσας ήταν δόλια, παράνομη ή αντισυνταγματική. Οι ισχυρισμοί αυτοί χαρακτηρίστηκαν γενικοί, αόριστοι και παντελώς ατεκμηρίωτοι, εφόσον δεν συνοδεύονταν από συγκεκριμένες αναφορές σε πράξεις ή παραλείψεις που να στοιχειοθετούν παρανομία ή δόλο, ούτε από μαρτυρία ικανή να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο που απορρέει από τον τίτλο ιδιοκτησίας. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, παρότι στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται πλήρης απόδειξη, οι θέσεις της υπεράσπισης οφείλουν να παρουσιάζουν κάποιο βαθμό πειστικότητας και να στηρίζονται σε συγκεκριμένα δεδομένα.
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι το γεγονός και μόνο ότι οι καθ’ ων ήταν προηγούμενοι ιδιοκτήτες και εξακολουθούσαν να κατέχουν το ακίνητο επειδή δεν αποδέχονταν την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος δεν αρκεί για να θεμελιώσει πραγματική προοπτική επιτυχίας υπεράσπισης. Με αναφορά στις βασικές έννοιες της κατοχής και στην έννοια της παράνομης επέμβασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι από τη στιγμή που ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ζήτησε την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής και η απαίτηση αυτή αγνοήθηκε, η συνέχιση της κατοχής συνιστά παράνομη επέμβαση.
Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, το Δικαστήριο προχώρησε σε έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ της αιτούσας ως προς τα αιτήματα που αφορούσαν την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής, την εκκένωση και την άρση της παράνομης επέμβασης, δίδοντας παράλληλα εύλογη προθεσμία συμμόρφωσης.
Η απόφαση αυτή αναδεικνύει τη σημασία του θεσμού της συνοπτικής απόφασης σε υποθέσεις παράνομης επέμβασης επί ακινήτων. Σε περιπτώσεις όπου ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, κατόπιν καταχώρισης αγωγής, αντιμετωπίζει αδικαιολόγητη άρνηση παράδοσης κατοχής, η δυνατότητα προσφυγής σε συνοπτική απόφαση λειτουργεί ως κρίσιμο εργαλείο προστασίας της ιδιοκτησίας. Με τον τρόπο αυτό αποτρέπεται ο κίνδυνος ο κύριος του ακινήτου να καταστεί θύμα δικαστικών καθυστερήσεων και διασφαλίζεται ότι μπορεί, όπου πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου, να ανακτήσει την κατοχή της περιουσίας του σε εύλογο χρόνο, χωρίς να αναμένει την ολοκλήρωση μιας μακράς και δαπανηρής δίκης.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου