Η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου σχετικά με περίπτωση παράνομης κατοχής ακινήτου μετά τον τερματισμό συμφωνίας ενοικίασης έρχεται να ξεκαθαρίσει κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις ιδιοκτητών και ενοικιαστών, αλλά και τα όρια της ποινικής προστασίας της ακίνητης ιδιοκτησίας. Η υπόθεση αφορούσε ενοικιαστή ο οποίος αρχικά είχε αποκτήσει νόμιμη κατοχή δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου· ωστόσο, παρέμεινε στο ακίνητο επί σειρά ετών χωρίς να καταβάλλει ενοίκιο, χωρίς να ανανεώσει οποιαδήποτε συμβατική σχέση και παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις και τον ρητό τερματισμό της ενοικίασης από την ιδιοκτήτρια εταιρεία. Παρά τις σαφείς απαιτήσεις για παράδοση της κατοχής, ο ενοικιαστής αρνήθηκε να εγκαταλείψει το υποστατικό.
Το νομικό πλαίσιο που διέπει τέτοιες περιπτώσεις βρίσκεται στο Άρθρο 281(1)(α) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει ότι η κατοχή γης που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα άλλου χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη συνιστά ποινικό αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε αμφισβήτηση ως προς το ότι ο ενοικιαστής συνέχιζε να κατέχει το ακίνητο. Το κρίσιμο ζήτημα ήταν κατά πόσο, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, εξακολουθούσε να υπάρχει συναίνεση του ιδιοκτήτη.
Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε κρίνει ότι η αρχική νόμιμη είσοδος στο ακίνητο αρκούσε για να μην θεωρηθεί η κατοχή παράνομη, ακόμη και μετά τη λήξη της σύμβασης. Το Εφετείο διαφώνησε. Υπογράμμισε ότι από τη στιγμή που ο ιδιοκτήτης τερματίζει σαφώς και ρητά την ενοικίαση και ζητά την παράδοση της κατοχής, κάθε μεταγενέστερη παραμονή στο ακίνητο καθίσταται χωρίς συναίνεση. Η άρνηση του ενοικιαστή να παραδώσει το ακίνητο από την καθορισμένη ημερομηνία και μετά σημαίνει ότι η κατοχή του είναι παράνομη και εμπίπτει πλήρως στην έννοια του αδικήματος του Άρθρου 281. Το Δικαστήριο τόνισε επίσης ότι ενδεχόμενοι ισχυρισμοί περί “παράνομου” τερματισμού της σύμβασης ή περί αστικών διαφορών δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας· τέτοια ζητήματα ανήκουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των αστικών δικαστηρίων.
Με βάση τα πιο πάνω, το Εφετείο ανέτρεψε την αθωωτική απόφαση του Πρωτοδικείου και έκρινε τον ενοικιαστή ένοχο για παράνομη κατοχή γης. Η απόφαση αυτή έχει βαρύνουσα σημασία για την κυπριακή πραγματικότητα, όπου η διαδικασία έκδοσης διατάγματος έξωσης σε αστικές υποθέσεις μπορεί να είναι χρονοβόρα, δημιουργώντας συχνά καταστάσεις κατάχρησης από τους ενοικιαστές. Είναι συνεπώς σαφές ότι η ποινική δικαιοσύνη μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά για την προστασία της ιδιοκτησίας, όταν η συναίνεση έχει αρθεί και ο ενοικιαστής παραμένει παράνομα στο ακίνητο.
Πρακτικά, η απόφαση ενισχύει το νομικό οπλοστάσιο των ιδιοκτητών, οι οποίοι δεν είναι πλέον καταδικασμένοι να περιμένουν επί μακρόν την έκδοση αστικής απόφασης ενώ το ακίνητό τους παραμένει δεσμευμένο από άτομο χωρίς δικαίωμα παραμονής. Παράλληλα, λειτουργεί αποτρεπτικά για ενοικιαστές που επιχειρούν να εκμεταλλευτούν καθυστερήσεις στη δικαστική διαδικασία, υπενθυμίζοντας ότι η παρανόμως συνεχής κατοχή μπορεί να έχει ποινικές συνέπειες.
Σε μια περίοδο οι καθυστερήσεις στις αστικές διαδικασίες μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρές στρεβλώσεις, η απόφαση αυτή επαναφέρει την ισορροπία και υπογραμμίζει τον ρόλο του ποινικού δικαίου ως ουσιαστικού μηχανισμού προστασίας της ακίνητης περιουσίας. Πρόκειται για νομολογιακή εξέλιξη με σημαντικό αντίκτυπο, τόσο πρακτικά όσο και θεωρητικά, υπενθυμίζοντας ότι η κατοχή χωρίς συναίνεση δεν αποτελεί απλώς αστική παράβαση, αλλά, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ποινικό αδίκημα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου